2

Αξιότιμοι κύριοι και κυρίες Υπουργοί, Πρέσβειες, μέλη του Κοινοβουλίου, μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, αγαπητοί φοιτητές, αγαπητοί φίλοι,

Εκ μέρους του Ινστιτούτου Ερευνών και Πολιτικής Στρατηγικής για την Ανάπτυξη και τη Διακυβέρνηση ΙΝΕΡΠΟΣΤ σας καλωσορίζω σε αυτή την εκδήλωση και θέλω να ζητήσω συγνώμη, για μια ακόμη φορά, για τυχόν δυσκολίες που η αλλαγή της αίθουσας την τελευταία στιγμή μπορεί να σας προκάλεσε.  Έχουμε πολλούς ορθίους στην αίθουσα που πιστεύω όμως ότι θα «αποζημιωθούν» από την ομιλία του Καθ. Ρόντρικ εντός ολίγου.  Θέλω να ευχαριστήσω την Εθνική Τράπεζα για τη διάθεση του χώρου.  Το συμβάν αυτό μας θυμίζει ότι, κάτω από τις συνθήκες που ζούμε, πρέπει να είμαστε ευέλικτοι, με γρήγορα αντανακλαστικά και προσαρμοστικοί.  Πιστεύω ότι, χάρη στην προσφορά αυτή της Εθνικής Τράπεζας, τα καταφέραμε σχετικά καλά.

Σήμερα, έχουμε την καλή τύχη να ακούσουμε έναν διακεκριμένο οικονομολόγο, τον καθηγητή Ρόντρικ.  Ο καθ. Παναγιώτης Πετράκης θα σας μιλήσει αμέσως μετά για τον καθηγητή, οπότε εγώ θα περιοριστώ σε κάποια σχόλια που θέλω να κάνω σχετικά με το θέμα της ομιλίας του, τις Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις.  Κατ΄ αρχήν να επισημάνω ότι τα τελευταία χρόνια, ιδίως τα τελευταία 5 χρόνια της Τρόικας στην Ελλάδα, έχουμε παραποιήσει τον όρο «μεταρρύθμιση» προκειμένου να κρύψουμε πίσω από αυτόν μέτρα σκληρής λιτότητας.  Σήμερα δεν θα μιλήσουμε για τέτοια μέτρα.  Θα μιλήσουμε για διαρθρωτικές, δομικές μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν τις οικονομικές και κοινωνικές ισορροπίες και απελευθερώνουν δημιουργικές δυνάμεις για την ανάπτυξη.  Αυτό είναι το θέμα που θα μας αναπτύξει ο καθηγητής Ρόντρικ.

Στην Ελλάδα είχαμε πολλές εμπειρίες με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.  Στην πραγματικότητα, όλη η μεταπολεμική περίοδος δεν είναι τίποτα άλλο από μια σειρά διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.  Ο απολογισμός όμως είναι απογοητευτικός.  Οι περισσότερες από αυτές τις μεταρρυθμίσεις είτε εγκαταλείφθηκαν, ή έμειναν ανολοκλήρωτες ή, κάποιες από αυτές, ανατράπηκαν, είτε από πολιτικές ή από κοινωνικές εξελίξεις.  Οι παράγοντες ήταν πολλοί αλλά, από την προσωπική μου εμπειρία, θα ξεχώριζα δύο καθοριστικούς παράγοντες.  Ο πρώτος ήταν η απουσία κυβερνητικής συνοχής, σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας.  Ο δεύτερος παράγοντας, που όμως είναι εξίσου σημαντικός, ήταν ότι ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι ο κατάλληλος για την εφαρμογή αναπτυξιακών διαδικασιών.  Ο κυβερνητικός μηχανισμός που έχουμε σήμερα δεν είναι φιλικός προς την ανάπτυξη, δεν μπορεί να προωθήσει δραστηριότητες που θα ήταν σε θέση να αποδεσμεύσουν παραγωγικές και καινοτόμες δυνάμεις.  Αντίθετα, λόγω της δαιδαλώδους γραφειοκρατίας, τα πράγματα περιπλέκονται με τέτοιο τρόπο που οδηγούμαστε σε αδιέξοδα.  Σε αυτό το πλαίσιο, λόγω της αδυναμίας να βρεθούν δημοκρατικές διεξόδους στις διαφωνίες, οργανωμένες μειοψηφίες παίρνουν το πάνω χέρι, γίνονται παίκτες αρνησικυρίας και μπλοκάρουν τη μεταρρυθμιστική διαδικασία.

Και σήμερα, ξεκινάμε μια νέα προσπάθεια μεταρρυθμιστικής διαδικασίας.  Αλλά αυτό γίνεται κάτω από ασυνήθιστες και αντίξοες συνθήκες.  Αν προσμετρήσουμε όλες τις παραμέτρους, αυτές δημιουργούν ένα δυσεπίλυτο παζλ.  Και εξηγούμαι: Σήμερα, λειτουργούμε μέσα σε ένα τριετές πρόγραμμα σταθεροποίησης που δεν ήταν επιλογή μας αλλά μας επιβλήθηκε ως το τίμημα για την παραμονή της χώρας μας στην Ευρωζώνη.  Όλοι γνωρίζουμε ότι τα αποτελέσματα αυτού του προγράμματος, ανάμεσα σε άλλα, θα είναι περαιτέρω ύφεση, μεγαλύτερη ανεργία και κοινωνική δυσαρέσκεια, όταν ξεκινήσει η υλοποίηση των μέτρων που προβλέπονται από το πρόγραμμα αυτό.  Την ίδια στιγμή, ο ελληνικός λαός έδωσε μια ισχυρή εντολή στην νεοεκλεγείσα κυβέρνηση, να προχωρήσει σε ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα, στη βάση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.  Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν αυτά τα δύο προγράμματα μπορούν να συνυπάρξουν.  Μπορεί ένα πρόγραμμα λιτότητας να εφαρμοσθεί παράλληλα με μια αναπτυξιακή διαδικασία που απαιτεί γρήγορες κινήσεις;  Ή, πιο συγκεκριμένα, όταν τα μέτρα λιτότητας του τριετούς προγράμματος σταθεροποίησης εφαρμοσθούν, θα υπάρξει αναπόφευκτα κοινωνική δυσαρέσκεια που, με τη σειρά της, θα επηρεάσει την ανάπτυξη και τη μεταρρυθμιστική διαδικασία που, όπως όλοι ξέρουμε, απαιτούν αλληλεγγύη και ισχυρή υποστήριξη από την κοινωνία.  Επιπλέον, κάτω από αυτές τις κοινωνικές συνθήκες, μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι θα υπάρξει η κοινωνική και πολιτική σταθερότητα που είναι απολύτως απαραίτητες για μια αναπτυξιακή διαδικασία προκειμένου να απελευθερωθούν οι οικονομικοί πόροι, εκτός του δημοσιονομικού τομέα, δηλαδή οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις ή επενδύσεις από το εξωτερικό που θα υποστηρίξουν και θα χρηματοδοτήσουν την αναπτυξιακή διαδικασία;

Αυτά είναι σύνθετα ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν εκ των προτέρων.  Θα πρέπει να δούμε στην πορεία πώς θα αντιμετωπισθούν.  Ίσως, κάτω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, να πρέπει να εξετάσουμε το ενδεχόμενο να μην ακολουθήσουμε μια συνολική μεταρρυθμιστική προσέγγιση αλλά να γίνει μια ιεράρχηση και να επικεντρωθούμε αρχικά σε μεταρρυθμιστικές πολιτικές σε συγκεκριμένους βασικούς τομείς που, στη συνέχεια θα επεκταθούν.

Αυτά είναι τα ερωτήματα που ήθελα να θέσω και όλοι μας θα ακούσουμε με πολύ ενδιαφέρον αυτά που ο καθηγητής Ρόντρικ έχει να μας πει για τις εμπειρίες άλλων χωρών.  Με αυτά κατά νου θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε και τα επόμενα βήματα για την Ελλάδα.

Σας ευχαριστώ.

Print this pageEmail this to someoneShare on FacebookTweet about this on TwitterPin on PinterestShare on Google+Share on LinkedIn